Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Ή με τους Ρωμαίους ή με τους Γαλάτες


Στη Χαλκιδική αυτόν τον καιρό μαίνεται μια μάχη. Μια μικρή κοινωνία εναντίον ολόκληρου του καπιταλιστικού συστήματος, Γαλάτες εναντίον Ρωμαίων. Στη μάχη αυτή βρίσκονται αντιμέτωπες δυο πολύ διαφορετικές λογικές. Αυτή που υποστηρίζει ότι η φύση είναι η μεγαλύτερη περιουσία των ανθρώπων και πρέπει να τη διαφυλάξουμε πάση θυσία και η «λογική» του κέρδους με κάθε τίμημα.
Απ’ τη μία πλευρά οι κάτοικοι της ΒΑ Χαλκιδικής και απ’ την άλλη η El Dorado Gold, μια εταιρία καναδικών συμφερόντων. Η El Dorado αγόρασε μια έκταση στις Σκουριές Χαλκιδικής προκειμένου να εξορύξει χρυσό. Για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πουλήθηκε η έκταση και για τα κέρδη που (δεν) θα αποκομίσει το Ελληνικό δημόσιο από τη συμφωνία, θα μπορούσαν να γραφτούν πολλά, αλλά δεν είναι της παρούσης. Το θέμα είναι πως η επένδυση, μαζί με τις θέσεις εργασίας που θα δημιουργήσει, θα δημιουργήσει και μόλυνση του περιβάλλοντος στην περιοχή, κάτι που οι κάτοικοι δεν θέλουν να επιτρέψουν.
Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί ένα ζήτημα που αφορά στους κατοικούς μιας πόλης της Β. Ελλάδος βρίσκεται σε ένα περιοδικό για την Κρήτη. Ο λόγος είναι ότι οι Σκουριες είναι πολύ πιο κοντά στην Κρήτη απο όσο νομίζουμε. Και συγκέκριμένα πιο κοντά στη Νότια Κρήτη.
Από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε η κρίση στην Ελλάδα μάθαμε για τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων στα νότια της Κρήτης. Ακούσαμε πως είναι τόσο μεγάλα που θα μπορούσαν να λύσουν το οικονομικό πρόβλημα της χώρας. Και ενώ οι περισσότεροι δέχτηκαν την είδηση με ενθουσιασμό, κάποιοι υπενθύμιζαν ότι καμιά επένδυση δεν έρχεται χωρίς τίμημα. Εξόρυξη πετρελαίου στο Λιβυκό πέλαγος, ακόμα και αν γινόταν με τις καλύτερες συνθήκες, θα άλλαζε για πάντα την εικόνα της νότιας ακτής της Κρήτης. Ιδίως αν αναλογιστούμε πως την ίδια στιγμή συζητείται και η κατασκευή λιμένα στο Τυμπάκι.
Σχοινάρια, Πρέβελη, Αγ. Παυλος, Ελαφονήσι, Παλιόχωρα, Κεδρόδασος, Λέντας, Γαύδος.
Είναι κάτι παραπάνω από φυσικά τοπία. Είναι κομμάτι της ζωής των κατοίκων της Κρήτης. Όχι μόνο γι’ αυτούς αλλά και για εκατομμύρια επισκέπτες. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής, για πόσα χρήματα θα δεχόμασταν να χαθούν ή έστω, να χάσουν κάτι από την σημερινή τους εικόνα αυτά τα μέρη; Για πόσα χρήματα θα στερούσαμε από τις μελλοντικές γενιές όσα ζήσαμε εμείς  σ’ εκείνα τα μέρη, τις μέρες και τις νύχτες μας εκεί;
Γι’ αυτό σου λέω, οι Σκουριές είναι δίπλα μας. Και αν πέσουν, η σειρά μας δεν θ’ αργήσει.

«Όταν το τελευταίο δέντρο θα έχει κοπεί, όταν τα ποτάμια θα έχουν μολυνθεί, όταν τα ψάρια της θάλασσας θα είναι νεκρά, τότε ο άνθρωπος θα καταλάβει ότι τα χρήματα δεν τρώγονται». Παλιά ινδιάνικη προφητεία

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

Στάσου, μυγδαλή

 Πριν πολλά πολλά χρόνια, προτού να γίνουμε το κυρίαρχο είδος στον πλανήτη, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά.  Ήμαστε κι εμείς ένα απ’ αυτά τα ζωάκια που τα βλέπεις στα ντοκιμαντέρ και τα λυπάσαι, λεία κάθε θηρίου. Σε εκείνους τους χαλεπούς καιρούς ο άνθρωπος χρειαζόταν να αναγνωρίζει αμέσως κάθε τι που μπορούσε να αποτελέσει κίνδυνο. Δεν υπήρχε χρόνος να σκεφτεί, κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου είχε σημασία. Έτσι, η φύση μας χάρισε την αμυγδαλή, μια μικροσκοπική δομή στα βάθη του εγκεφάλου, με αυτόν ακριβώς τον σκοπό: να αναγνωρίζει και να εντοπίζει στη στιγμή οποιαδήποτε απειλή και να δρα αυτόματα προς την αντιμετώπισή της.  

Από τότε, κάθε ερέθισμα γύρω μας, πριν να περάσει στον λογικό εγκέφαλο, περνάει πρώτα από εκεί. Και εφόσον δεν αναγνωριστεί ως απειλή, συνεχίζει την καθιερωμένη του πορεία προς τον φλοιό, όπου μετατρέπεται σε αντίληψη. Διαφορετικά, η αμυγδαλή σημαίνει συναγερμό και ολόκληρος ο οργανισμός κινητοποιείται για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος.

Ως εδώ καλά, και η αλήθεια είναι πως χρωστάμε πολλά στην αμυγδαλή που ως είδος καταφέραμε να επιβιώσουμε μέχρι σήμερα. Αλλά οι καταστάσεις άλλαξαν. Ανεβήκαμε πια στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας. Τους παλιούς μας εχθρούς τους τοποθετήσαμε σε βιτρίνες, να τους βλέπουν τα παιδιά και να χαίρονται. Όμως ο παλιός μηχανισμός δεν έπαψε ποτέ να λειτουργεί. Και πλέον μας δημιουργεί προβλήματα. Γιατί συνεχίζει να αναγνωρίζει απειλές, μόνο που πλέον τις αναγνωρίζει στους ανθρώπους γύρω μας.

Το βασικό πρόβλημα με την αμυγδαλή είναι η υπερβολική της ευαισθησία. Εντοπίζει κινδύνους ακόμα κι εκεί που δεν υπάρχουν. Αρκεί κάποιο ερέθισμα να της θυμίσει έστω και ελάχιστα κάποια προηγούμενη δυσάρεστη εμπειρία για να το θεωρήσει επικίνδυνο. Και έτσι γεννά παρεξηγήσεις. Κάθε φορά που εξοργιζόμαστε, κάθε φορά που το αίμα ανεβαίνει απότομα στο κεφάλι και κάποιος αγαπημένος μας άνθρωπος μετατρέπεται ξαφνικά σε εχθρό, η αμυγδαλή έχει σημάνει πάλι συναγερμό, κι ας μην υπήρξε καμία πραγματική απειλή. Και βρισκόμαστε λίγη ώρα αργότερα, όταν η λογική αναλαμβάνει και πάλι τα ηνία, να αναρωτιόμαστε γιατί φερθήκαμε πάλι τόσο διαφορετικά απ’ όσο θα θέλαμε.

Καθένας μας έχει πληγωθεί από άλλους ανθρώπους κάποια στιγμή στη ζωή του. Και αυτήν την ανάμνηση την κρατάμε στο αρχείο για ν’ αποφύγουμε παρόμοιες καταστάσεις μελλοντικά. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που οι πρόγονοί μας συγκρατούσαν τη μορφή μιας τίγρης που τους κυνήγησε για να τρέξουν μια ώρα αρχύτερα όταν θα την ξανασυναντούσαν. Απλώς, τότε ο κίνδυνος ήταν πραγματικός, αφορούσε στην ίδια μας την επιβίωση. Ενώ τώρα, αφορά στην αυτοεκτίμηση και την αξιοπρέπειά μας. Περίπλοκες καταστάσεις...

Δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος για να απαλλαγούμε από τις αστοχίες της αμυγδαλής. Αφενός, επειδή βρίσκεται πολύ βαθιά στον εγκέφαλο για να την πειράξουμε, αφετέρου διότι, ακόμα κι αν υπερβάλλει πολλές φορές, παραμένει πολύ χρήσιμη. Αλλά μπορούμε τουλάχιστον να αναγνωρίσουμε τις περιπτώσεις όπου δρα, να αντιληφθούμε τις αυτόματες αντιδράσεις μας και να τις περιορίσουμε. Και την επόμενη φορά που θα νιώσουμε ξαφνικά ότι απειλούμαστε, να πάρουμε μια βαθιά ανάσα, δίνοντας χρόνο στην λογική να αποφασίσει αν κινδυνεύουμε ή όχι.

Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

Περί φόβου

Σκέψου, μπορούσες να είσαι οτιδήποτε.
Αλλά απ’ την πρώτη στιγμή θέσαμε όρια. 
Είναι λυπηρό, ξεκινήσαμε σαν ένας άδειος καμβάς. Απεριόριστες δυνατότητες. Και γίναμε, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, συγκεκριμένοι, πεπερασμένοι. Τα σύνορά μας, ότι άφησε στο πέρασμά του ο φόβος των γονιών μας.
Και σκεφτόμουν, τι είναι τελικά ο φόβος; 
Δεν έχει να κάνει ούτε με τέρατα, ούτε με δαίμονες, τίποτα τέτοιο. Είναι πολύ πιο αληθινός από αυτά.
Φόβος είναι αυτό που βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτό που θέλουμε και σ’ αυτό που ζούμε.
Και το ερώτημα είναι, γιατί τον τοποθετήσαμε εκεί; Γιατί βάλαμε τον φόβο να μας φυλάει απ’ όσα μας φοβίζουν; Αν απαντήσουμε σ’ αυτό, ίσως να ανακαλύψουμε τι θέλουμε πραγματικά και να το αποκτήσουμε. Και έτσι να πάψουμε να ζούμε με υποκατάστατα.
Αλλά φοβάμαι πως έχουμε πια εθιστεί στον φόβο. Όλοι. Τόσο πολύ που να μη μπορούμε πια να συνεννοηθούμε. 
Γιατί φτάσαμε να φοβάται ο ένας τον φόβο του άλλου. Και γι’ αυτό δεν τολμάμε να κάνουμε αυτό που θέλουμε πιο πολύ, να γνωριστούμε. Να επικοινωνήσουμε. Αλλά δεν μπορούμε, γιατί όλοι μας κρύβουμε επιμελώς από τους άλλους αυτό που μας ενώνει περισσότερο, τον φόβο.
Αυτή είναι η πιο παράδοξη ιδιότητα του φόβου, η σχέση του με τους άλλους. Γιατί, ενώ είναι αποκλειστικά δικός μας, ενώ ζει και μεγαλώνει μέσα μας, έχει απόλυτη ανάγκη από τους άλλους για να ριζώσει. Και μόλις τα καταφέρει, μόλις του δώσουμε τα ηνία, παύει πλέον να τους χρειάζεται. Και από εκεί και πέρα, κάνει ότι μπορεί για να τους κρατήσει μακριά. Και τότε είμαστε πια ασφαλείς. Δεν κινδυνεύουμε να ζήσουμε τίποτα που να αξίζει πραγματικά. Ολόκληρος ο κόσμος μας, μερικά τετραγωνικά.
« τα κλειδιά της φυλακής του, καθένας τα κρατάει στην τσέπη του»
έγραψε κάποτε ο Λειβαδίτης. 
Τα κρατάμε, γιατί τη φυλακή μας την χτίσαμε μόνοι μας. Φοβάμαι, όμως, πως δεν αρκεί να αποδράσουμε από εκεί. Γιατί, όσο θα στέκει όρθια, ρισκάρουμε να επιστρέψουμε. Θα πρέπει να την γκρεμίσουμε. Και δεν μπορεί κανένας να το κάνει για μας. «Εγώ ο χτίστης, εγώ κι ο γκρεμιστής».