Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Η αρχή

"Ο χρόνος. Όταν με ρωτάνε γιατί έγιναν όλα αυτά, γιατί ήρθαν έτσι τα πράγματα, πώς έφτασα μέχρι εδώ, απαντώ "ο χρόνος, αυτός φταίει". Κανένας δεν ικανοποιείται μ' αυτή την απάντηση. Δεν θέλουν να πιστέψουν ότι για τις βδελυρές μου πράξεις μπορεί να ευθύνεται κάτι τόσο αφηρημένο, τόσο απαράλλαχτο και καθημερινό, όσο ο χρόνος, θέλουν κάτι πιο απτό, κάτι που να μπορεί να ξεχωρίσει εμένα, το τέρας, από εκείνους, τους αθώους. Και ο χρόνος δεν κάνει γι' αυτό. Δεν μπορούν να καταλάβουν πως ο χρόνος, απροσδιόριστες ώρες και λεπτά μπορεί να σχετίζεται με αυτή τη φρικαλεότητα. Τους καταλαβαίνω, γιατί σκέφτονται τον χρόνο ως κάτι προσωρινό, κάτι που περνάει. Όμως για μένα ποτέ δεν ήταν έτσι. Εμένα, ο χρόνος με στρίμωξε στη γωνιά από την πρώτη στιγμή, από το πρώτο φως και ακόμα νωρίτερα, με στρίμωξε να ζω μονάχα στον χώρο της αλήθειας και δεν με έχει αφήσει από τότε, ούτε για μια στιγμή να ξεστρατίσω, ούτε καν τώρα, λίγες ώρες προτού τελειώσουν όλα για μένα.

Κάποιοι άνθρωποι τα πάνε καλά με τον χρόνο. Ακόμα και τώρα, που η αλήθεια δεν έχει τίποτα να φοβηθεί, δεν μπορώ να πω ότι τους ζηλεύω, αλλά σίγουρα τους θαυμάζω. Γνώρισα τέτοιους ανθρώπους, ελεύθερους, που μπορούσαν να περάσουν ώρες ολόκληρες χωρίς να αναρωτηθούν καθόλου πόση ώρα είχε περάσει, χωρίς να ελέγξουν τις ζημιές που σκόρπισε πάλι στο πέρασμα του ο εχθρός. Τους έβλεπες, να στέκονται καταμεσής μιας πελώριας σκιάς που ολοένα και μεγάλωνε, μια σκιά που κατάπινε κάτι από τις υπόλοιπες διαστάσεις σε κάθε χαψιά, κάθε ανάσα, Κι όμως, εκείνοι έμεναν ατάραχοι, λες και απολάμβαναν την βαριά σκιά που έκρυβε τα μελλούμενα. Προσπαθούσα μάταια να τους εξηγήσω τι συμβαίνει, να τους δείξω την εύθραυστη γη που πατάνε και που κάνουν ακόμα πιο σαθρή με κάθε τους κίνηση. Όμως βλέποντας τους έτσι, ατρόμητους μέσα στην άγνοια τους, προσπάθησα και εγώ να αγνοήσω το αίσθημα που είχε σκεπάσει την ύπαρξη μου, τον "περιορισμό" όπως μου αρέσει να το ονομάζω, ελλείψει κάποιας καλύτερης φράσης. Αφού μπορούν εκείνοι, μπορούσα και εγώ.

Όμως χρειάστηκε μόνο ένα βροχερό απόγευμα, σε ένα προάστιο της Αθήνας, για να παραδοθώ και πάλι στην αβάσταχτη βεβαιότητα του χρόνου .Την ώρα που είχα φτάσει πιο κοντά από ποτέ στο να διώξω τις συνέπειες του χρόνου από πάνω μου, εκείνος μου αποκαλύφθηκε αυτούσιος, με όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Και εκεί κατανόησα ξεκάθαρα και απόλυτα όλα εκείνα που 25 χρόνια αργότερα θα με οδηγήσουν σε αυτό εδώ το κελί. Κατανόησα το αναπόφευκτο: Κατανόησα ότι ο χρόνος δεν μας περιμένει στο τέρμα, δεν έρχεται από κάποια αντίθεση κατεύθυνση. Πορεύεται συνεχώς μαζί μας, στην αρχή και στο τέλος και σε κάθε στιγμή ενδιάμεσα. Είναι εκεί, σε όσα γίνονται και σε όσα δεν έγιναν ποτέ, πάντα είναι εκεί. Παρελαύνει στους δρόμους, σκαρφαλώνει στα πιο ψηλά βουνά, και ακόμα παραπάνω, πέρα από τα σύννεφα και τους ανέμους, βουτάει, απ' τους αιθέρες στα πιο βαθιά νερά του ωκεανού. Και όπου σταθεί, όπου ακουμπήσει, όπου συσσωρευθεί, γεννάει, μέσα στα σύννεφα, μέσα στη βροχή, μες στα καινούργια φύλλα και στα αστέρια που πεθαίνουν, συνέχεια, ώσπου να γίνουν όλα χρόνος.

Ξέρεις, έρχονται, κάπου κάπου επισκέπτες  να με δουν, περίεργοι ρεπόρτερ, διψασμένοι φοιτητές Ψυχολογίας που θέλουν να κατανοήσουν τις πράξεις μου. Με ρωτάνε για τους φόνους, για τη Λουίζα, για τον Γιώργο, για όλους όσους χάθηκαν. Οι περισσότεροι προσπαθούν να με κοιτάζουν με ένα ύφος ουδέτερο, κρύβοντας πίσω από τον οίκτο τη βαθιά τους αποστροφή για μένα και όσα έκανα. Μου αρέσει να με κοιτάζουν έτσι. Σημαίνει ότι δεν είχα άδικο. Ή έστω, όχι εντελώς άδικο. Θέλουν να μάθουν γιατί σκότωσα εκείνους τους ανθρώπους. Και, με όση ειλικρίνεια διαθέτω, σίγουρα όχι λιγότερη από όση μου δόθηκε αρχικά, τους απαντώ: "Τη Λουίζα, τον Γιώργο, τους άλλους δυο, των οποίων τα ονόματα δεν μπορώ να θυμηθώ ( μια αδυναμία που έκανε έξω φρενών τους περισσότερους επισκέπτες), όλους, ακόμα και εμένα, που βρίσκομαι στην τελευταία μου ημέρα και μου απομένουν πια μόνο ψίχουλα, λεπτά και δευτερόλεπτα να μετράω, όλους εμάς, μας σκότωσε ο χρόνος. Για αυτό λοιπόν, δεν θέλω να απολογηθώ για τους θανάτους, δεν έχει και σημασία άλλωστε. Το μόνο που έχει σημασία είναι να διηγηθώ όσα έγιναν, όλες τις κινήσεις που στρίμωξαν την ύπαρξη μου σε αυτήν εδώ τη στιγμή, αναπόφευκτα. Για αυτό είσαι εδώ. Λοιπόν, ας ξεκινήσουμε, δεν έχουμε πολύ χρόνο."