Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

"Γιατί αποτυγχάνουν οι σχέσεις" μέρος 2ο

Οι άνθρωποι δεν βρίσκουν τον έρωτα γιατί στην πραγματικότητα, δεν τον αναζητούν. Και δεν αναφέρομαι στις περιπτώσεις όπου κάποιος καταβάλλει προσπάθεια για να αποφύγει τον έρωτα. Διότι, ακόμη και εκείνοι που θεωρούν ότι δεν φοβούνται τον έρωτα, δεν μπορούν να τον βρουν, επειδή τον ψάχνουν σε λάθος μέρος. Βιώνουν τον έρωτα, αν μπορεί κανείς να τον ονομάσει έτσι, όπως βιώνουν τις περισσότερες εμπειρίες τους, ιδιωτικά και προσωπικά. Ο "άλλος", το αντικείμενο του έρωτα, αποτελεί περισσότερο ένα μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού παρά αναπόσπαστο μέλος μιας σύμπραξης. Και είναι λογικό που οι περισσότεροι το αντιλαμβάνονται έτσι, αφού σχεδόν για όλες τις υπόλοιπες εμπειρίες που βιώνει το άτομο στη ζωή του, η ατομικότητα του αρκεί. Όμως ο έρωτας αποτελεί μια ξεχωριστή εμπειρία, τόσο ξεχωριστή ώστε, όσες προσπάθειες και να κάνει κανείς, όσο δυνατός ή προικισμένος κι αν θεωρεί πως είναι, δεν μπορεί να τον επιτύχει μόνος του, χρειάζονται πάντα δύο.

Παρ' όλα αυτά, βλέπω συχνά ανθρώπους να θεωρούν ότι μπορούν να προσεγγίσουν έτσι, ατομικά, τον έρωτα, επειδή αισθάνονται κάτι για κάποιον. Όμως, υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους ένα άτομο μπορεί να ποθεί κάποιο άλλο. Και ο έρωτας, δυστυχώς, δεν είναι ο πιο συχνός λόγος. Τις περισσότερες φορές, οι άνθρωποι έλκονται από ανθρώπους που μπορούν να ικανοποιήσουν το αίσθημα κατωτερότητας που νιώθουν. Και, έτσι, βλέπουμε, να περνούν για έρωτας, σχέσεις χωρίς καμία επικοινωνία, καταστάσεις όπου μεταξύ δυο ανθρώπων επικρατούν σχέσεις εξουσίας. Και βρίσκουμε ανθρώπους κολλημένους σε τέτοιες καταστάσεις, που δεν είναι πια ευχάριστες, πόσο μάλλον ερωτικές. Και συνεχίζουν να βρίσκονται εκεί, όχι γιατί τους ωθεί ο έρωτας, αλλά γιατί τους το επιβάλλει το αίσθημα κατωτερότητας. Μπερδεύουν την ταπείνωση, που τους προκαλεί αυτό το αίσθημα, με την εξαφάνιση του εγώ που παρατηρείται στις ερωτικές καταστάσεις. Και ονομάζουν έρωτα την εξάρτηση. Η αλήθεια είναι, όμως, πως στον πραγματικό έρωτα δεν εξασθενεί καθόλου το εγώ, αντιθέτως, το εγώ νιώθει τόσο ισχυρό που καταλαβαίνει ότι οι πανοπλίες και τα τείχη τον εμποδίζουν παρά τον προστατεύουν και αρχίζει να εξερευνά νέους κόσμους.

Αυτό είναι, άλλωστε, ο έρωτας, μια εξερεύνηση σε άλλους κόσμους από τον δικό μας. Ανοίγουμε τον δικό μας κόσμο σε κάποιον και εκείνος ανταποδίδει. Διότι, ο έρωτας, στην πραγματική του κατάσταση, είναι μια μορφή επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Και η ύψιστη στιγμή αυτής της επικοινωνίας είναι η ερωτική πράξη, εκεί όπου δυο άνθρωποι καταφέρνουν να πουν, μη λεκτικά, όλα εκείνα που δεν χωράνε σε λέξεις. Και εδώ ακριβώς είναι που το αίσθημα κατωτερότητας δημιουργεί πρόβλημα, επειδή μπλοκάρει αυτήν την επικοινωνία, αναγκάζοντας το άτομο που συμμετέχει σε αυτή την επικοινωνία να δρα λειψά, επιδιώκοντας να κρύψει ένα μέρος του εαυτού. Φανταστείτε, όμως, μια συζήτηση μεταξύ δυο ανθρώπων όπου ο ένας κρύβει κάτι από τον άλλον, είναι σχεδόν αδύνατον να προκύψει κάτι ουσιαστικό από μια τέτοια κουβέντα. Θα είναι μια ανιαρή, στείρα επικοινωνία που θα αποσκοπεί όχι στη δημιουργία αλλά στην ασφάλεια.

Τέλος, ίσως κάποιοι να θεωρούν ότι η θεωρία του Άντλερ είναι μια απαισιόδοξη ερμηνεία και ότι ένα εκ προοιμίου αίσθημα κατωτερότητας, αποτελεί καταδίκη για τον έρωτα. Αλλά στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο. Διότι η γνώση πως και ο άλλος βιώνει τα ίδια πάθη με εμάς, μπορεί, τελικά, να μας φέρει πιο κοντά. Επειδή, όταν αναγνωρίσεις και κατανοήσεις το δικό σου αίσθημα κατωτερότητας και τις προεκτάσεις που δημιουργεί, γίνεται πολύ πιο εύκολο να κατανοήσεις τη συμπεριφορά του άλλου. Και αυτή είναι η μεγαλύτερη συνεισφορά της θεωρίας του Άντλερ, ότι ίσως μας βοηθήσει να αποφύγουμε τις τόσο καταστροφικές παρεξηγήσεις που γεννιούνται μέσα σε μια σχέση. Να πάψουμε, δηλαδή, να "διαβάζουμε" τις πράξεις των άλλων με γνώμονα το δικό μας αίσθημα κατωτερότητας, βρίσκοντας πίσω από κάθε πράξη του άλλου μια προσωπική προσβολή, και να κατανοήσουμε πως οι πράξεις του καθένα είναι συνέπεια της δικής του αίσθησης κατωτερότητας. Διότι, τα μεγαλύτερα προβλήματα στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων δεν οφείλονται στις ίδιες τις πράξεις αλλά στο πως ερμηνεύουμε τις πράξεις αυτές.

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

"Γιατί αποτυγχάνουν οι σχέσεις" μέρος 1ο



Σε μια πρόσφατη συζήτηση με φίλους, προσπαθήσαμε να αναλύσουμε γιατί υπάρχει τόση μοναξιά στον κόσμο, τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους διστακτικούς μπροστά στο ενδεχόμενο του έρωτα και γιατί οι σχέσεις αποτυγχάνουν. Όλοι είχανε να προσθέσουν από κάτι, λίγο ο φόβος, λίγο ο σύγχρονος τρόπος ζωής, λίγο τα κόμπλεξ. Φαίνεται, δηλαδή, πως οι περισσότεροι υποψιάζονται πως οι δυσκολίες που εμφανίζονται στις σχέσεις δεν είναι αναπόφευκτες και αυθύπαρκτες αλλά προκαλούνται από τη σκέψη του καθενός, είναι περισσότερο ένα προσωπικό πρόβλημα παρά μια αντικειμενική πραγματικότητα.

Αν αναζητήσει κανείς μέσα από τις θεωρίες της Ψυχολογίας να βρει γιατί οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων παρουσιάζουν τόσες δυσκολίες, λογικά θα σταθεί στη θεωρία της προσκόλλησης. Σύμφωνα με αυτή, οι άνθρωποι, εξαιτίας "λαθών" στην ανατροφή τους, διαμορφώνουν μια διστακτική προσέγγιση απέναντι στους άλλους. Αυτό συμβαίνει είτε επειδή θεωρούν πως οι ίδιοι δεν είναι άξιοι για έρωτα, είτε επειδή οι "άλλοι" δεν είναι ικανοί να προσφέρουν αγάπη. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το άτομο δεν φαίνεται διατεθειμένο να εμπλακεί σε οικείες καταστάσεις διότι τις θεωρεί αδιέξοδες ή επικίνδυνες. Αυτή η αβάσιμη πρόβλεψη, για το τι θα ακολουθήσει, είτε θα αποτρέψει εξ αρχής το άτομο από το να εμπλακεί σε κάτι οικείο είτε, και εφοσον βρει το θάρρος να ξεπεράσει τον αρχικό του δισταγμό, θα εμπλακεί, άλλα μόνο στην υποψία ότι μπορεί να καταλήξει πληγωμένος, θα κάνει ότι μπορεί προκειμένου να τερματίσει ο ίδιος το εγχείρημα, προλαβαίνοντας το επερχόμενο "κακό".

Αυτή είναι σίγουρα μια αποκαλυπτική ερμηνεία αλλά δεν στέκεται παρά στην περιγραφή του προβλήματος και δεν εξηγεί ιδιαίτερα τι κάνει το άτομο να φέρεται έτσι, δεν υπογραμμίζει τα κίνητρα που οδηγούν στην αυτοπροστασία, τις σκέψεις που ταλαιπωρούν το μυαλό του. Θα πρέπει, λογικά, να υπάρχει κάποιο αίσθημα που βιώνει το άτομο, τόσο δυνατό ώστε να δικαιολογεί την αρνητικότητα του προς τον έρωτα. Και υπάρχει όντως μια θεωρία που, αν και δεν εστιάζει απόλυτα στον τομέα των ερωτικών-οικείων σχέσεων, προσφέρει μια ικανοποιητική ερμηνεία για το πρόβλημα μας.

Σύμφωνα με τον Άλφρεντ Άντλερ, πατέρα της Ψυχολογίας, μαζί με τους Φρόιντ και Γιουνγκ, καθένας έχει μέσα του ένα αίσθημα κατωτερότητας, μια αίσθηση ανεπάρκειας. Αν και αυτό το αίσθημα προκαλεί πολλά προβλήματα στην ανάπτυξη του ατόμου, ο Άντλερ δεν το θεωρεί απαραιτήτως κακό, αφού αυτή η αίσθηση δημιουργεί κίνητρα για βελτίωση, τα ίδια κίνητρα που οδήγησαν τον άνθρωπο σε τόσες ανακαλύψεις και εφευρέσεις προκειμένου να επιβιώσει στον κόσμο. Το πρόβλημα με το αίσθημα κατωτερότητας αρχίζει όταν αυτό γίνεται εμπόδιο στην προσπάθεια του ατόμου να προσεγγίσει άλλους ανθρώπους.

Διότι, εξαιτίας του, οι σχέσεις που σχηματίζονται μεταξύ των ανθρώπων τείνουν να βασίζονται περισσότερο στον ανταγωνισμό παρά στη συνεργασία. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς έναν βιώσιμο συνεταιρισμό όπου καθένα από τα μέλη του φροντίζει πρώτα για τη δική του εξασφάλιση και όχι για την εξασφάλιση ενός κοινού σκοπού. Ποια τύχη θα είχε μια τέτοια προσπάθεια όταν, αντί ο ένας να θαυμάζει και να εκτιμάει τα πλεονεκτήματα του άλλου, τα θεωρεί απειλή; Μια τέτοια συνεργασία θα ήταν καταδικασμένη εν τη γενέσει της. (...συνεχίζεται)


Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

"Περί εθισμού"

Σε ένα πείραμα που πραγματοποιήθηκε σχετικά πρόσφατα, επιστήμονες έδειξαν σε άτομα με εξάρτηση στην κοκαΐνη μια οθόνη, στην οποία εμφανίζονταν σκόρπιες λέξεις, μερικές μόνο από τις οποίες σχετίζονταν με την χρήση κοκαΐνης. Το ξεχωριστό με τη συγκεκριμένη οθόνη ήταν πως μπορούσαν με αυτή να ανιχνεύσουν τις οφθαλμικές κινήσεις του πειραματιζόμενου, εντοπίζοντας που και τι κοιτάει αλλά και να μετρήσουν πόσο γρήγορα θα κοιτάξει. 

Αυτό που ανακάλυψαν ήταν πως το άτομο κοιτούσε εκείνες τις λέξεις που είχε συσχετίσει με την χρήση της ουσίες, διαλέγοντας τις από τις υπόλοιπες, προτού μπορέσει καν να τις αντιληφθεί. Πριν καν προλάβει να διαβάσει τις λέξεις συνειδητά, είχε ήδη εστιάσει σε αυτές που σχετίζονταν με την κοκαΐνη, εντελώς αυτόματα. Το συγκεκριμένο πείραμα πραγματοποιήθηκε σε διάφορες παραλλαγές, όπου αντί για εθισμένους σε κοκαΐνη εξετάστηκαν χρήστες άλλων ουσιών αλλά και παχύσαρκοι. Και κάθε φορά επαληθευόταν η υπόθεση των ερευνητών.

Ποια ήταν η υπόθεση τους; Ότι ο οργανισμός έχει την ικανότητα να εστιάζει την προσοχή μας σε συγκεκριμένα ερεθίσματα ώστε να τα ανιχνεύει πριν από άλλα και να εξασφαλίζει ο,τι χρειάζεται, γρήγορα και αποτελεσματικά, δίνοντας προτεραιότητα σε αυτά έναντι των υπολοίπων.

Αυτό σημαίνει ότι οι αισθήσεις μας δεν είναι ανεξάρτητες. Είναι απλώς εργαλεία που βρίσκονται στη διάθεση του οργανισμού προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του, για αυτό το λόγο τις αναπτύξαμε και εξαιτίας αυτού του τόσο εξελιγμένου μηχανισμού καταφέραμε να ξεχωρίσαμε από τα υπόλοιπα ζώα. Όμως, σε περιπτώσεις εθισμού, αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο δυσκολευόμαστε να κόψουμε από κάτι. Γιατί, ξαφνικά, το βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας.

Κακώς έχουμε, λοιπόν, την εντύπωση ότι ο κόσμος είναι αντικειμενικός και ότι εμείς είμαστε ελεύθεροι να τον ανακαλύψουμε. Τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο καθένας βλέπει τον κόσμο με τα δικά του μάτια και διαλέγει από τα χιλιάδες ερεθίσματα που παρουσιάζονται μπροστά του πρώτα εκείνα που χρειάζεται ο οργανισμός του, εκείνα τα οποία έχουν γίνει συνήθεια, εθισμός.

Και όταν μιλάμε για εθισμό, δεν αναφερόμαστε μονάχα σε ουσίες. Είναι πολλά αυτά στα οποία μπορεί να εθιστεί κανείς, από συγκεκριμένα συναισθήματα μέχρι συγκεκριμένους ανθρώπους. Καταλαβαίνει, λοιπόν, κανείς, πως όταν ένας οργανισμός έχει εθιστεί στο άγχος, τότε μέσα σε χιλιάδες ερεθίσματα που παρουσιάζονται μπροστά του, θα διαλέγει εκείνα που μπορούν να του προσφέρουν άγχος. Αν είναι εθισμένος στην μελαγχολία, θα εντοπίζει στο αισθητικό του πεδίο τα ερεθίσματα που μπορούν να του προκαλέσουν μελαγχολία. Αν είναι εθισμένος στην απογοήτευση, θα τη βρίσκει συνεχώς μπροστά του. Και αν έχει ανάγκη να βλέπει κακούς ανθρώπους που θέλουν το κακό του, αυτούς θα αναζητήσει πρώτα.

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

"Μερικές συμβουλές για όσους δεν βλέπουν ψυχολόγο"

1: Αναζητήστε τα μοτιβα που χαρακτηρίζουν τη ζωή σας, εκείνες τις σταθερές, ιδιαίτερες συμπεριφορές, που φαίνονται να σας ακολουθούν ανεξαρτήτως συνθηκών. Έχουν να σας αποκαλύψουν πολλά. 2: Σκεφτείτε καταστάσεις στις οποίες φαίνεται να εμπλέκεστε συνεχώς. Κάποιος λόγος υπάρχει που ζείτε συνεχώς το ίδιο δίλημμα, κάτι μέσα στη ψυχή σας το επιδιώκει, ζητάει μια λύση σε κάτι που άφησε άλυτο και το έστειλε στα απωθημένα. 3: Προσπαθήστε να θυμηθείτε. Τα πάντα, από την πρώτη ανάμνηση μέχρι την τελευταία. Όσα μπορείτε να θυμηθείτε αλλά και όσα όχι, έχουν σημασία. Δοκιμάστε μια αναδρομή και θα παρατηρήσετε ότι κάποιες φάσεις της ζωής τις θυμάστε πολύ καλά και άλλες σχεδόν καθόλου. Κάποιος λόγος υπάρχει για αυτό. 4: Αναρωτηθείτε γιατί κάνετε ότι κάνετε, γιατί θέλετε όσα θέλετε και γιατί πιστεύετε σε ότι πιστεύετε. Είναι τρομερό πόσα από εκείνα τα χαρακτηριστικά που θεωρείς δικά σου είναι απλώς μια αντίδραση σε αυτό που νομίζεις ότι είναι οι άλλοι. 5: Μέσα μας υπάρχει ένας κριτής. Εκείνη η φωνή που τρέχει να μας κατακρίνει με το που κάνουμε ένα λάθος. Χρειάζεται, γιατί μας γλιτώνει από πολλά πράγματα που θα μετανιώναμε. Αλλά μερικές φορές το παρακάνει. Ειδικά όταν αρχίζει να μοιάζει στους γονείς μας. Μην ξεχνάς ότι είναι μόνο ένα μέρος του εαυτού, δεν κάνει κουμάντο. 6: Το μεγαλύτερο ποσοστό της συμπεριφοράς μας λειτουργεί με μηχανισμούς εθισμού, ελάχιστες συμπεριφορές είναι αποτέλεσμα σκέψης. Αλλά ούτε αυθόρμητες είναι. Είναι εξαρτημένες συμπεριφορές που στοχεύουν στο να εξυπηρετήσουν μια ανάγκη του οργανισμού, είτε πρόκειται για φαγητό και νερό, είτε για συγκεκριμένα συναισθήματα. Και φτιάχνουμε ολόκληρο τον κόσμο μας με τέτοιο τρόπο ώστε να τα εξασφαλίσουμε. Οπότε είναι σημαντικό να γνωρίζουμε σε τι είμαστε εθισμένοι και να αποφασίσουμε αν αξίζει να οδηγεί τη συμπεριφορά μας.