Τετάρτη 21 Αυγούστου 2013

“Control-Alt-Delete”

Τις προάλλες βρέθηκα σε ένα καφέ. Δίπλα μου δυο οικογένειες, οι μεγάλοι σε ένα τραπέζι, τα παιδιά σε άλλο. 4 παιδάκια, όχι πάνω από 10 χρόνων. Θα περίμενε κανείς να έχουν κάνει άνω κάτω το μαγαζί. Αλλά το καθένα ήταν απορροφημένο στη δική του οθόνη. Έπαιζαν το ίδιο παιχνίδι, ακίνητα και σιωπηλά. Που και που πεταγόταν κάποιο να κομπάσει την επιτυχία του. Τα λυπήθηκα. Θυμήθηκα τα δικά μου παιδικά χρόνια, πόσο ζωηρά ήταν. Πώς θα καταλήξουν άραγε, σκέφτηκα. Αλλά μετά σκέφτηκα μερικούς συνομήλικους μου. Και εκείνοι μεγάλωσαν όπως εγώ, σε αλάνες και σε γήπεδα. Παίζανε κρυφτό και κυνηγητό, πόλεμο και μήλα. Και τώρα είναι απορροφημένοι όλοι μέρα σε μια οθόνη, όπως ακριβώς τα παιδάκια στο καφέ.

Συχνά σκέφτομαι την κρίση, κυρίως το ότι δεν αντιδράμε ενώ βλέπουμε το άδικο ολόγυρα μας. Πώς γίνεται να υπάρχουν γύρω μας άστεγοι, άνθρωποι που δεν έχουν ούτε τα απαραίτητα για να ζήσουν και να μην κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Και εκεί το συνειδητοποίησα. Ο άστεγος, ο άνεργος, το άδικο, υπάρχουν μόνο αν θες να τα δεις. Και πλέον υπάρχουν συσκευές με τις οποίες επιλέγεις τι θα δεις  μπροστά σου. Χαρούμενες φωτό, αστεία πόστ, τσόντες κατά βούληση. Και αν κάποια στιγμή βρεθεί μπροστά σου κάτι που να σε δυσαρεστεί, μια είδηση, μια εικόνα, απλώς το διαγράφεις, και είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Όταν κυκλοφόρησε το ίντερνετ, κάποιοι ανησυχούσαν για τις αρνητικές επιδράσεις που θα μπορούσε να έχει. Όπως ακριβώς και με την τηλεόραση δεκαετίες πριν. Πίστευαν ότι η τόσο εύκολη πρόσβαση σε έτοιμες εικόνες θα σκότωνε τη φαντασία και τη σκέψη. Και σε έναν βαθμό είχαν δίκιο. Αλλά πλέον άρχισε να ροκανίζει την ίδια την πραγματικότητα.

Για να εξηγούμαι, δεν θεωρώ ότι το ίντερνετ και τα smartphones είναι κάτι διαβολικό. Είναι εργαλεία, και όπως με κάθε εργαλείο, η χρήση τους είναι που τα κάνει καλά ή κακά. Αλίμονο, μπορούμε πλέον να επικοινωνούμε και να μοιραζόμαστε με ανθρώπους οπουδήποτε στη γη, εκεί που παλαιότερα αυτό ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Να ενημερωνόμαστε χωρίς περιορισμούς και φίλτρα. Αλλά η επικοινωνία και η ενημέρωση είναι μονάχα μέσα, όχι αυτοσκοπός. Οπότε, ναι, το ίντερνετ είναι κάτι κακό όταν επικοινωνείς χωρίς τελικά να έρχεσαι πιο κοντά. Όταν ενημερώνεσαι χωρίς η παραπάνω γνώση να σε οδηγεί σε πράξεις. Γιατί δημιουργήθηκε για να φέρει τους ανθρώπους πιο κοντά και τελικά φαίνεται να τους απομακρύνει.

Αλλά κυρίως είναι κάτι κακό όταν μας εμποδίζει να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα μας. Νιώθεις μοναξιές, ανοίγεις το fb. Είσαι κακόκεφος, κατεβάζεις μια κωμική σειρά. Έχεις αγαμίες, μπαίνεις στο youporn. Και δεν στέκεσαι ποτέ να αναρωτηθείς, γιατί νιώθω μοναξιά, γιατί είμαι κακόκεφος, γιατί δεν γαμάω; Και συνεχίζεις να παίρνεις παυσίπονα αντί να αναζητήσεις την πραγματική πηγή του πόνου.


Η επόμενη γενιά θα είναι κρίσιμη. Ενδέχεται να είναι η πρώτη γενιά ανθρώπων που θα γνωρίσει τον κόσμο μέσα από μια οθόνη. Στον δυτικό κόσμο, τουλάχιστον. Σε όσους φαίνεται υπερβολική η πρόβλεψη, να ξέρει πως η google ανακοίνωσε προσφάτως ότι σύντομα θα κυκλοφορήσει γυαλιά που θα επιτρέπουν στον χρήστη τους να έχει συνεχώς στο οπτικό του πεδίο μια οθόνη, να είναι συνεχώς on-line. Ένας νέος τύπος ανθρώπου γεννιέται, εντελώς απρόσμενα.

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

"Κατακόκκινες γραμμές"

Τον καιρό των εκλογών, τότε που ο φόβος στην Ελλάδα περίσσευε, τα 2 πρώην μεγάλα κόμματα και η ΔΗΜ.ΑΡ ύψωσαν το λάβαρο της παραμονής στο Ευρώ και την Ε.Ε. «Η χώρα πρέπει να μείνει στην Ευρώπη» φώναξαν με μια φωνή.
Όμως τι είναι Ευρώπη; Η Ευρώπη δεν είναι ένας απλός γεωγραφικός προσδιορισμός. Είναι μια εγγύηση. Εγγύηση για τη δημοκρατία, για τα δικαιώματα, συλλογικά και ατομικά, για τη σωστή λειτουργία των νόμων και των θεσμών και για το κοινωνικό κράτος. Κυρίως, όμως, αυτό που εγγυάται η Ευρώπη, και που σε άλλες χώρες του κόσμου δεν είναι εγγυημένο, είναι ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή, σε κάθε ανθρώπινη ζωή.
Και είμαι πεπεισμένος πως όταν στις δημοσκοπήσεις η πλειονότητα των ερωτώμενων απαντούσε πως θέλει να παραμείνει στο ευρώ και την Ε.Ε, εννοούσε, κυρίως, πως θέλει να παραμείνει στην «Ευρώπη». Ένα χρόνο μετά, η χώρα παραμένει στο Ευρώ, παραμένει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά παραμένει ακόμα στην «Ευρώπη»;
Έναν χρόνο μετά, πέρα από την οικονομική εξαθλίωση ενός μέρους της κοινωνίας, βιώνουμε μια εξαθλίωση πολύ γενικότερη. Η εικόνα της Ελλάδος στο εξωτερικό έχει αμαυρωθεί. Όχι τόσο από εκείνους που ψάχνουν στα σκουπίδια, ούτε από τους νεοάστεγους που ζουν πλέον στον δρόμο αλλά από τη γενικότερη εξαθλίωση των θεσμών. Αναφέρομαι σε βασανισμούς πολιτών, σε πολιτικές διώξεις, σε τυφλές επιθέσεις εναντίον μεταναστών, ακόμα και μπροστά στα μάτια της Αστυνομίας. Σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε διαπομπεύσεις οροθετικών ιερόδουλων. Σε νεοναζί που αλωνίζουν εντός και εκτός Βουλής. Σε κρατική καταστολή που θυμίζει περισσότερο χώρες της Ν. Αμερικής.

Η πιο πρόσφατη περίπτωση στη λίστα της κατρακύλας είναι αυτή του Κώστα Σακκά. Κατηγορούμενος για συμμετοχή στην οργάνωση «Πυρήνες της Φωτιάς», την οποία ο ίδιος αρνείται, ο Σακκάς βρίσκεται στις φυλακές του Κορυδαλλού τους τελευταίους 30 μήνες χωρίς ποτέ να έχει περάσει από δίκη. Αν και η ανώτερη νόμιμη περίοδος προφυλάκισης έχει πλέον παρέλθει, ο Σακκάς συνεχίζει να βρίσκεται προφυλακισμένος. Από τις 4 Ιουνίου βρίσκεται σε απεργία πείνας ζητώντας μόνο αυτό που προβλέπει ο νόμος, την αποφυλάκισή του μετά από σχεδόν 3 χρόνια προφυλάκισης. Αλλά για ακόμα μια φορά το κράτος φαίνεται να αδιαφορεί για την τήρηση των νόμων. Η απάντηση της κυβέρνησης ήταν απλώς να χαρακτηρίσει τον Σακκά τρομοκράτη και αναρχικό. «Ευρωπαϊκά πράγματα».
Το πραγματικό πρόβλημα είναι πως όλα αυτά δεν φαίνεται να είναι τυχαία περιστατικά. Φοβάμαι πως η εικόνα της χώρας δεν διασύρεται καταλάθος.
Μετά από 3 χρόνια μνημονίων, φαίνεται πως η Ελλάδα τελικά αποτελεί ένα πείραμα. Διότι αποτελεί την πρώτη «ευρωπαϊκή» χώρα που επισκέπτεται το Δ.Ν.Τ.. Και όσοι γνωρίζουν περί Δ.Ν.Τ. θα είχαν σίγουρα την περιέργεια, όταν έμαθαν για την εμπλοκή του στην Ελλάδα, για το πως θα μπορέσει να εφαρμόσει τη γνωστή του συνταγή σε μια «ευρωπαϊκή» χώρα. Διότι, ασχέτως με το τι πιστεύει κανείς για τη συνταγή, για το αν είναι καλή ή κακή, όσοι γνωρίζουν από Δ.Ν.Τ. συμφωνούν σε ένα σημείο: η συνταγή είναι εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοσθεί «δημοκρατικά». Οπότε, ή θα άλλαζε η συνταγή, προκειμένου να προσαρμοσθεί στα δημοκρατικά δεδομένα, ή θα άλλαζε η «δημοκρατία», για να προσαρμοσθεί στη συνταγή του Δ.Ν.Τ.. Και από όσο γνωρίζω, η συνταγή δεν άλλαξε ούτε στο ελάχιστο.
Ο Κων. Καραμανλής είχε πει κάποτε ότι «ανήκομεν εις την Δύσιν». Αυτό ήταν το συμφέρον των οικονομικών παραγόντων της εποχής μπροστά στον «κομμουνιστικό κίνδυνο» και έτσι και έγινε. Κάποιες δεκαετίες μετά, το συμφέρον των οικονομικών παραγόντων δείχνει να άλλαξε. Η «δημοκρατία» δείχνει να επιβαρύνει το κόστος παραγωγής. Και, έτσι, η χώρα οδεύει σταθερά προς την Ανατολή, κι ας παραμένει στο Ευρώ. Και αν θέλουμε να ανακόψουμε αυτή την πορεία, πρέπει να αποδείξουμε, τόσο στον εαυτό μας όσο και προς τις άλλες χώρες, ότι η «Ευρώπη» είναι ριζωμένη μέσα μας.

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Ή με τους Ρωμαίους ή με τους Γαλάτες


Στη Χαλκιδική αυτόν τον καιρό μαίνεται μια μάχη. Μια μικρή κοινωνία εναντίον ολόκληρου του καπιταλιστικού συστήματος, Γαλάτες εναντίον Ρωμαίων. Στη μάχη αυτή βρίσκονται αντιμέτωπες δυο πολύ διαφορετικές λογικές. Αυτή που υποστηρίζει ότι η φύση είναι η μεγαλύτερη περιουσία των ανθρώπων και πρέπει να τη διαφυλάξουμε πάση θυσία και η «λογική» του κέρδους με κάθε τίμημα.
Απ’ τη μία πλευρά οι κάτοικοι της ΒΑ Χαλκιδικής και απ’ την άλλη η El Dorado Gold, μια εταιρία καναδικών συμφερόντων. Η El Dorado αγόρασε μια έκταση στις Σκουριές Χαλκιδικής προκειμένου να εξορύξει χρυσό. Για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πουλήθηκε η έκταση και για τα κέρδη που (δεν) θα αποκομίσει το Ελληνικό δημόσιο από τη συμφωνία, θα μπορούσαν να γραφτούν πολλά, αλλά δεν είναι της παρούσης. Το θέμα είναι πως η επένδυση, μαζί με τις θέσεις εργασίας που θα δημιουργήσει, θα δημιουργήσει και μόλυνση του περιβάλλοντος στην περιοχή, κάτι που οι κάτοικοι δεν θέλουν να επιτρέψουν.
Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί ένα ζήτημα που αφορά στους κατοικούς μιας πόλης της Β. Ελλάδος βρίσκεται σε ένα περιοδικό για την Κρήτη. Ο λόγος είναι ότι οι Σκουριες είναι πολύ πιο κοντά στην Κρήτη απο όσο νομίζουμε. Και συγκέκριμένα πιο κοντά στη Νότια Κρήτη.
Από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε η κρίση στην Ελλάδα μάθαμε για τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων στα νότια της Κρήτης. Ακούσαμε πως είναι τόσο μεγάλα που θα μπορούσαν να λύσουν το οικονομικό πρόβλημα της χώρας. Και ενώ οι περισσότεροι δέχτηκαν την είδηση με ενθουσιασμό, κάποιοι υπενθύμιζαν ότι καμιά επένδυση δεν έρχεται χωρίς τίμημα. Εξόρυξη πετρελαίου στο Λιβυκό πέλαγος, ακόμα και αν γινόταν με τις καλύτερες συνθήκες, θα άλλαζε για πάντα την εικόνα της νότιας ακτής της Κρήτης. Ιδίως αν αναλογιστούμε πως την ίδια στιγμή συζητείται και η κατασκευή λιμένα στο Τυμπάκι.
Σχοινάρια, Πρέβελη, Αγ. Παυλος, Ελαφονήσι, Παλιόχωρα, Κεδρόδασος, Λέντας, Γαύδος.
Είναι κάτι παραπάνω από φυσικά τοπία. Είναι κομμάτι της ζωής των κατοίκων της Κρήτης. Όχι μόνο γι’ αυτούς αλλά και για εκατομμύρια επισκέπτες. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής, για πόσα χρήματα θα δεχόμασταν να χαθούν ή έστω, να χάσουν κάτι από την σημερινή τους εικόνα αυτά τα μέρη; Για πόσα χρήματα θα στερούσαμε από τις μελλοντικές γενιές όσα ζήσαμε εμείς  σ’ εκείνα τα μέρη, τις μέρες και τις νύχτες μας εκεί;
Γι’ αυτό σου λέω, οι Σκουριές είναι δίπλα μας. Και αν πέσουν, η σειρά μας δεν θ’ αργήσει.

«Όταν το τελευταίο δέντρο θα έχει κοπεί, όταν τα ποτάμια θα έχουν μολυνθεί, όταν τα ψάρια της θάλασσας θα είναι νεκρά, τότε ο άνθρωπος θα καταλάβει ότι τα χρήματα δεν τρώγονται». Παλιά ινδιάνικη προφητεία

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Στάσου, μυγδαλή

 Πριν πολλά πολλά χρόνια, προτού να γίνουμε το κυρίαρχο είδος στον πλανήτη, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά.  Ήμαστε κι εμείς ένα απ’ αυτά τα ζωάκια που τα βλέπεις στα ντοκιμαντέρ και τα λυπάσαι, λεία κάθε θηρίου. Σε εκείνους τους χαλεπούς καιρούς ο άνθρωπος χρειαζόταν να αναγνωρίζει αμέσως κάθε τι που μπορούσε να αποτελέσει κίνδυνο. Δεν υπήρχε χρόνος να σκεφτεί, κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου είχε σημασία. Έτσι, η φύση μας χάρισε την αμυγδαλή, μια μικροσκοπική δομή στα βάθη του εγκεφάλου, με αυτόν ακριβώς τον σκοπό: να αναγνωρίζει και να εντοπίζει στη στιγμή οποιαδήποτε απειλή και να δρα αυτόματα προς την αντιμετώπισή της.  

Από τότε, κάθε ερέθισμα γύρω μας, πριν να περάσει στον λογικό εγκέφαλο, περνάει πρώτα από εκεί. Και εφόσον δεν αναγνωριστεί ως απειλή, συνεχίζει την καθιερωμένη του πορεία προς τον φλοιό, όπου μετατρέπεται σε αντίληψη. Διαφορετικά, η αμυγδαλή σημαίνει συναγερμό και ολόκληρος ο οργανισμός κινητοποιείται για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος.

Ως εδώ καλά, και η αλήθεια είναι πως χρωστάμε πολλά στην αμυγδαλή που ως είδος καταφέραμε να επιβιώσουμε μέχρι σήμερα. Αλλά οι καταστάσεις άλλαξαν. Ανεβήκαμε πια στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας. Τους παλιούς μας εχθρούς τους τοποθετήσαμε σε βιτρίνες, να τους βλέπουν τα παιδιά και να χαίρονται. Όμως ο παλιός μηχανισμός δεν έπαψε ποτέ να λειτουργεί. Και πλέον μας δημιουργεί προβλήματα. Γιατί συνεχίζει να αναγνωρίζει απειλές, μόνο που πλέον τις αναγνωρίζει στους ανθρώπους γύρω μας.

Το βασικό πρόβλημα με την αμυγδαλή είναι η υπερβολική της ευαισθησία. Εντοπίζει κινδύνους ακόμα κι εκεί που δεν υπάρχουν. Αρκεί κάποιο ερέθισμα να της θυμίσει έστω και ελάχιστα κάποια προηγούμενη δυσάρεστη εμπειρία για να το θεωρήσει επικίνδυνο. Και έτσι γεννά παρεξηγήσεις. Κάθε φορά που εξοργιζόμαστε, κάθε φορά που το αίμα ανεβαίνει απότομα στο κεφάλι και κάποιος αγαπημένος μας άνθρωπος μετατρέπεται ξαφνικά σε εχθρό, η αμυγδαλή έχει σημάνει πάλι συναγερμό, κι ας μην υπήρξε καμία πραγματική απειλή. Και βρισκόμαστε λίγη ώρα αργότερα, όταν η λογική αναλαμβάνει και πάλι τα ηνία, να αναρωτιόμαστε γιατί φερθήκαμε πάλι τόσο διαφορετικά απ’ όσο θα θέλαμε.

Καθένας μας έχει πληγωθεί από άλλους ανθρώπους κάποια στιγμή στη ζωή του. Και αυτήν την ανάμνηση την κρατάμε στο αρχείο για ν’ αποφύγουμε παρόμοιες καταστάσεις μελλοντικά. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που οι πρόγονοί μας συγκρατούσαν τη μορφή μιας τίγρης που τους κυνήγησε για να τρέξουν μια ώρα αρχύτερα όταν θα την ξανασυναντούσαν. Απλώς, τότε ο κίνδυνος ήταν πραγματικός, αφορούσε στην ίδια μας την επιβίωση. Ενώ τώρα, αφορά στην αυτοεκτίμηση και την αξιοπρέπειά μας. Περίπλοκες καταστάσεις...

Δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος για να απαλλαγούμε από τις αστοχίες της αμυγδαλής. Αφενός, επειδή βρίσκεται πολύ βαθιά στον εγκέφαλο για να την πειράξουμε, αφετέρου διότι, ακόμα κι αν υπερβάλλει πολλές φορές, παραμένει πολύ χρήσιμη. Αλλά μπορούμε τουλάχιστον να αναγνωρίσουμε τις περιπτώσεις όπου δρα, να αντιληφθούμε τις αυτόματες αντιδράσεις μας και να τις περιορίσουμε. Και την επόμενη φορά που θα νιώσουμε ξαφνικά ότι απειλούμαστε, να πάρουμε μια βαθιά ανάσα, δίνοντας χρόνο στην λογική να αποφασίσει αν κινδυνεύουμε ή όχι.

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Περί φόβου

Σκέψου, μπορούσες να είσαι οτιδήποτε.
Αλλά απ’ την πρώτη στιγμή θέσαμε όρια. 
Είναι λυπηρό, ξεκινήσαμε σαν ένας άδειος καμβάς. Απεριόριστες δυνατότητες. Και γίναμε, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, συγκεκριμένοι, πεπερασμένοι. Τα σύνορά μας, ότι άφησε στο πέρασμά του ο φόβος των γονιών μας.
Και σκεφτόμουν, τι είναι τελικά ο φόβος; 
Δεν έχει να κάνει ούτε με τέρατα, ούτε με δαίμονες, τίποτα τέτοιο. Είναι πολύ πιο αληθινός από αυτά.
Φόβος είναι αυτό που βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτό που θέλουμε και σ’ αυτό που ζούμε.
Και το ερώτημα είναι, γιατί τον τοποθετήσαμε εκεί; Γιατί βάλαμε τον φόβο να μας φυλάει απ’ όσα μας φοβίζουν; Αν απαντήσουμε σ’ αυτό, ίσως να ανακαλύψουμε τι θέλουμε πραγματικά και να το αποκτήσουμε. Και έτσι να πάψουμε να ζούμε με υποκατάστατα.
Αλλά φοβάμαι πως έχουμε πια εθιστεί στον φόβο. Όλοι. Τόσο πολύ που να μη μπορούμε πια να συνεννοηθούμε. 
Γιατί φτάσαμε να φοβάται ο ένας τον φόβο του άλλου. Και γι’ αυτό δεν τολμάμε να κάνουμε αυτό που θέλουμε πιο πολύ, να γνωριστούμε. Να επικοινωνήσουμε. Αλλά δεν μπορούμε, γιατί όλοι μας κρύβουμε επιμελώς από τους άλλους αυτό που μας ενώνει περισσότερο, τον φόβο.
Αυτή είναι η πιο παράδοξη ιδιότητα του φόβου, η σχέση του με τους άλλους. Γιατί, ενώ είναι αποκλειστικά δικός μας, ενώ ζει και μεγαλώνει μέσα μας, έχει απόλυτη ανάγκη από τους άλλους για να ριζώσει. Και μόλις τα καταφέρει, μόλις του δώσουμε τα ηνία, παύει πλέον να τους χρειάζεται. Και από εκεί και πέρα, κάνει ότι μπορεί για να τους κρατήσει μακριά. Και τότε είμαστε πια ασφαλείς. Δεν κινδυνεύουμε να ζήσουμε τίποτα που να αξίζει πραγματικά. Ολόκληρος ο κόσμος μας, μερικά τετραγωνικά.
« τα κλειδιά της φυλακής του, καθένας τα κρατάει στην τσέπη του»
έγραψε κάποτε ο Λειβαδίτης. 
Τα κρατάμε, γιατί τη φυλακή μας την χτίσαμε μόνοι μας. Φοβάμαι, όμως, πως δεν αρκεί να αποδράσουμε από εκεί. Γιατί, όσο θα στέκει όρθια, ρισκάρουμε να επιστρέψουμε. Θα πρέπει να την γκρεμίσουμε. Και δεν μπορεί κανένας να το κάνει για μας. «Εγώ ο χτίστης, εγώ κι ο γκρεμιστής».