Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

"Περί εθισμού"

Σε ένα πείραμα που πραγματοποιήθηκε σχετικά πρόσφατα, επιστήμονες έδειξαν σε άτομα με εξάρτηση στην κοκαΐνη μια οθόνη, στην οποία εμφανίζονταν σκόρπιες λέξεις, μερικές μόνο από τις οποίες σχετίζονταν με την χρήση κοκαΐνης. Το ξεχωριστό με τη συγκεκριμένη οθόνη ήταν πως μπορούσαν με αυτή να ανιχνεύσουν τις οφθαλμικές κινήσεις του πειραματιζόμενου, εντοπίζοντας που και τι κοιτάει αλλά και να μετρήσουν πόσο γρήγορα θα κοιτάξει. 

Αυτό που ανακάλυψαν ήταν πως το άτομο κοιτούσε εκείνες τις λέξεις που είχε συσχετίσει με την χρήση της ουσίες, διαλέγοντας τις από τις υπόλοιπες, προτού μπορέσει καν να τις αντιληφθεί. Πριν καν προλάβει να διαβάσει τις λέξεις συνειδητά, είχε ήδη εστιάσει σε αυτές που σχετίζονταν με την κοκαΐνη, εντελώς αυτόματα. Το συγκεκριμένο πείραμα πραγματοποιήθηκε σε διάφορες παραλλαγές, όπου αντί για εθισμένους σε κοκαΐνη εξετάστηκαν χρήστες άλλων ουσιών αλλά και παχύσαρκοι. Και κάθε φορά επαληθευόταν η υπόθεση των ερευνητών.

Ποια ήταν η υπόθεση τους; Ότι ο οργανισμός έχει την ικανότητα να εστιάζει την προσοχή μας σε συγκεκριμένα ερεθίσματα ώστε να τα ανιχνεύει πριν από άλλα και να εξασφαλίζει ο,τι χρειάζεται, γρήγορα και αποτελεσματικά, δίνοντας προτεραιότητα σε αυτά έναντι των υπολοίπων.

Αυτό σημαίνει ότι οι αισθήσεις μας δεν είναι ανεξάρτητες. Είναι απλώς εργαλεία που βρίσκονται στη διάθεση του οργανισμού προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του, για αυτό το λόγο τις αναπτύξαμε και εξαιτίας αυτού του τόσο εξελιγμένου μηχανισμού καταφέραμε να ξεχωρίσαμε από τα υπόλοιπα ζώα. Όμως, σε περιπτώσεις εθισμού, αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο δυσκολευόμαστε να κόψουμε από κάτι. Γιατί, ξαφνικά, το βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας.

Κακώς έχουμε, λοιπόν, την εντύπωση ότι ο κόσμος είναι αντικειμενικός και ότι εμείς είμαστε ελεύθεροι να τον ανακαλύψουμε. Τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο καθένας βλέπει τον κόσμο με τα δικά του μάτια και διαλέγει από τα χιλιάδες ερεθίσματα που παρουσιάζονται μπροστά του πρώτα εκείνα που χρειάζεται ο οργανισμός του, εκείνα τα οποία έχουν γίνει συνήθεια, εθισμός.

Και όταν μιλάμε για εθισμό, δεν αναφερόμαστε μονάχα σε ουσίες. Είναι πολλά αυτά στα οποία μπορεί να εθιστεί κανείς, από συγκεκριμένα συναισθήματα μέχρι συγκεκριμένους ανθρώπους. Καταλαβαίνει, λοιπόν, κανείς, πως όταν ένας οργανισμός έχει εθιστεί στο άγχος, τότε μέσα σε χιλιάδες ερεθίσματα που παρουσιάζονται μπροστά του, θα διαλέγει εκείνα που μπορούν να του προσφέρουν άγχος. Αν είναι εθισμένος στην μελαγχολία, θα εντοπίζει στο αισθητικό του πεδίο τα ερεθίσματα που μπορούν να του προκαλέσουν μελαγχολία. Αν είναι εθισμένος στην απογοήτευση, θα τη βρίσκει συνεχώς μπροστά του. Και αν έχει ανάγκη να βλέπει κακούς ανθρώπους που θέλουν το κακό του, αυτούς θα αναζητήσει πρώτα.

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

"Μερικές συμβουλές για όσους δεν βλέπουν ψυχολόγο"

1: Αναζητήστε τα μοτιβα που χαρακτηρίζουν τη ζωή σας, εκείνες τις σταθερές, ιδιαίτερες συμπεριφορές, που φαίνονται να σας ακολουθούν ανεξαρτήτως συνθηκών. Έχουν να σας αποκαλύψουν πολλά. 2: Σκεφτείτε καταστάσεις στις οποίες φαίνεται να εμπλέκεστε συνεχώς. Κάποιος λόγος υπάρχει που ζείτε συνεχώς το ίδιο δίλημμα, κάτι μέσα στη ψυχή σας το επιδιώκει, ζητάει μια λύση σε κάτι που άφησε άλυτο και το έστειλε στα απωθημένα. 3: Προσπαθήστε να θυμηθείτε. Τα πάντα, από την πρώτη ανάμνηση μέχρι την τελευταία. Όσα μπορείτε να θυμηθείτε αλλά και όσα όχι, έχουν σημασία. Δοκιμάστε μια αναδρομή και θα παρατηρήσετε ότι κάποιες φάσεις της ζωής τις θυμάστε πολύ καλά και άλλες σχεδόν καθόλου. Κάποιος λόγος υπάρχει για αυτό. 4: Αναρωτηθείτε γιατί κάνετε ότι κάνετε, γιατί θέλετε όσα θέλετε και γιατί πιστεύετε σε ότι πιστεύετε. Είναι τρομερό πόσα από εκείνα τα χαρακτηριστικά που θεωρείς δικά σου είναι απλώς μια αντίδραση σε αυτό που νομίζεις ότι είναι οι άλλοι. 5: Μέσα μας υπάρχει ένας κριτής. Εκείνη η φωνή που τρέχει να μας κατακρίνει με το που κάνουμε ένα λάθος. Χρειάζεται, γιατί μας γλιτώνει από πολλά πράγματα που θα μετανιώναμε. Αλλά μερικές φορές το παρακάνει. Ειδικά όταν αρχίζει να μοιάζει στους γονείς μας. Μην ξεχνάς ότι είναι μόνο ένα μέρος του εαυτού, δεν κάνει κουμάντο. 6: Το μεγαλύτερο ποσοστό της συμπεριφοράς μας λειτουργεί με μηχανισμούς εθισμού, ελάχιστες συμπεριφορές είναι αποτέλεσμα σκέψης. Αλλά ούτε αυθόρμητες είναι. Είναι εξαρτημένες συμπεριφορές που στοχεύουν στο να εξυπηρετήσουν μια ανάγκη του οργανισμού, είτε πρόκειται για φαγητό και νερό, είτε για συγκεκριμένα συναισθήματα. Και φτιάχνουμε ολόκληρο τον κόσμο μας με τέτοιο τρόπο ώστε να τα εξασφαλίσουμε. Οπότε είναι σημαντικό να γνωρίζουμε σε τι είμαστε εθισμένοι και να αποφασίσουμε αν αξίζει να οδηγεί τη συμπεριφορά μας.

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

«Περί συνδικαλισμού και εργατοπατέρων»

Επειδή, με αφορμή το υπέρογκο ποσό που εισέπραξε ως εφάπαξ ο συνδικαλιστής βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Δ. Τσουκαλάς, τα παπαγαλάκια της τι-βι θα επιχειρήσουν για ακόμη μια φορά να λοιδορήσουν το συνδικαλιστικό κίνημα, είναι απαραίτητο να ξεκαθαριστούν ορισμένα πράγματα όσον αφορά τον συνδικαλισμό. Κανονικά δεν θα χρειαζόταν να γίνει αυτό, κανονικά η γέννηση, η εξέλιξη και τα επιτεύγματα του συνδικαλισμού θα έπρεπε να είναι συλλογική γνώση, να αφιερώνονται για την διδασκαλία τους ώρες μαθημάτων, για να γνωρίζει ο καθένας τη συμβολή του συνδικαλισμού στην εξέλιξη της Ιστορίας του σύγχρονου κόσμου. Αλλά, δυστυχώς, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, ούτε στην Ελλάδα, ούτε και αλλού. Και όποιος γνωρίζει τι εστί συνδικαλισμός, γνωρίζει το γιατί.

Πριν από έναν αιώνα περίπου, προτού, δηλαδή, να κατακτήσουν οι εργαζόμενοι δικαιώματα, η κατάσταση στην εργασία ήταν πολύ ζοφερή. Οι συνθήκες εργασίας ήταν εξευτελιστικές για ανθρώπινα όντα, τα ωράρια διαμορφώνονταν κατά το δοκούν από τον εργοδότη ενώ ο μισθός δεν μπορούσε να καλύψει ούτε τις βασικές ανάγκες του εργαζομένου και της οικογένειας του. Όλες αυτές οι παροχές που απολαμβάνει σήμερα ένας εργαζόμενος, η άδεια, το 8ωρο,  η αποζημίωση στον απολυμένου, η ασφάλιση, τα επιδόματα, όλα αυτά που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αυτονόητα, θα ακούγονταν σαν αστείο έναν αιώνα πριν. Κι, όμως, μέσα σε αυτό το τόσο δυσοίωνο κλίμα, όπου η δύναμη των εργοδοτών έδειχνε να γίνεται ολοένα και πιο δυνατή, οι εργαζόμενοι, με τον συνδικαλισμό, δηλαδή την οργανωμένη διεκδίκηση, κατάφεραν να κατοχυρώσουν εργατικά δικαιώματα. Με απεργίες, μάχες σώμα με σώμα με την αστυνομία και τους μπράβους των εργοδοτών τους, με νεκρούς. Ο αγώνας των εργαζομένων, που έφτασε στο αποκορύφωμα του με την Οκτωβριανή Επανάσταση, είναι ένα βασικό κομμάτι της ανθρώπινης ιστορίας που δυστυχώς έχει σε μεγάλο βαθμό αποκρυφτεί. Τόσο καλά, μάλιστα, που για μεγάλο μέρος των συμπολιτών μας, είναι σαν να μην έγινε ποτέ.

Και, έτσι, φτάσαμε στο σημείο να ακούς από ανθρώπους της εργατικής τάξης να μιλούν εναντίον του συνδικαλισμού, να τάσσονται κατά της απεργίας και των άλλων μορφών διεκδίκησης. Χωρίς να αντιλαμβάνονται πόσο παράλογο είναι να υποστηρίζει ένα άτομο της εργατικής τάξης την κατάργηση ή έστω τον περιορισμό του συνδικαλισμού. Είναι το ίδιο παράλογο με το να υποστηρίζει ένας μετανάστης την Χρυσή Αυγή, πολύ απλά, δεν είναι προς συμφέρον του.  Ο συνδικαλισμός αποτελεί το ισχυρότερο όπλο του εργαζομένου απέναντι στην εργοδοσία αλλά και το κράτος. Και δεν θα εγκαταλείψουμε τον συνδικαλισμό επειδή κάθισαν στον σβέρκο του οι εργατοπατέρες και τον χρησιμοποίησαν, όπως συνεχίζουν να κάνουν, ενάντια στα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Όπως, δεν θα εγκαταλείπουμε την ιδέα της δημοκρατίας, της άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας, επειδή της άλλαξαν τα φώτα  οι πολιτικοί και τα κάθε είδους παράσιτα. Διότι, το πρόβλημα δεν είναι ο συνδικαλισμός αλλά η αντιπροσώπευση του εργατικού αγώνα από τους λεγόμενους εργατοπατέρες.

Το 2011, ο Παναγόπουλος, πρόεδρος της ΓΣΕΕ, είχε εισόδημα, από μισθωτές υπηρεσίες, λίγο πάνω από 200.000  ευρώ, ένα ποσό που από μόνο του αποτελεί σκάνδαλο όταν ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα έχει διαμορφωθεί σε λιγότερα από 7000 ευρώ τον χρόνο. Το ακόμα πιο προκλητικό, όμως, είναι πως, από  τα χρήματα αυτά, μόλις τα 95.000 προέρχονται από τις υπηρεσίες του στη ΓΣΕΕ. Τα υπόλοιπα είναι το μέρισμα του ως μέλος του Δ,Σ της Εθνικής Τραπέζης. Είναι δύσκολο να χωρέσει ο νους την έκταση του παραλόγου. Τη στιγμή που το τραπεζικό σύστημα προσπαθεί με κάθε τρόπο να βάλει χέρι στα χρήματα των εργαζομένων, για να καλύψει το κενό που δημιούργησαν τρεις δεκαετίες παραγωγής ψεύτικου χρήματος, ο φρουρός των εργαζομένων, ο προστάτης της εργατικής τάξης, είναι ένας τραπεζίτης. Πως είναι δυνατόν α προασπίσει τα συμφέροντα των εργαζομένων όταν πληρώνεται περισσότερα για να τα πολεμήσει; 

Αλλά δεν είναι μόνο ο Παναγόπουλος, ούτε μόνο η ΓΣΕΕ. Η περίπτωση του Τσουκαλά δεν μας επιτρέπει να πιστέψουμε ότι η κατάσταση διαφέρει στα άλλα σωματεία. Το κράτος του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, εδώ και δεκαετίες,  δημιούργησαν ένα καθεστώς συνδικαλιστάδων που συνεχίζει να παρασιτεί επάνω στο τραυματισμένο σώμα της εργατικής τάξης. Και πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι, αν θέλουμε να δούμε ένα καλύτερο μέλλον, τότε, μαζί με το κοράκια της πολιτικής εξουσίας, θα πρέπει να απαλλαγούμε και από τα κοράκια της εργατικής εξουσίας.

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Το τέλος της πολιτικής

Έχουν γραφτεί αναλύσεις επί αναλύσεων για τις αιτίες και τους υπεύθυνους αυτής της κρίσης. Για άλλους, οι αιτίες βρίσκονται στο δαπανηρό δημόσιο και την εκτεταμένη διαφθορά στο δημόσιο, στην τεμπελιά των Ελλήνων και των άλλων «νότιων». Άλλοι χρεώνουν ολόκληρη την κρίση στους διεφθαρμένους πολιτικούς που πρόδωσαν τη χώρα, ενώ για άλλους, η πηγή της κρίσης εντοπίζεται στην ίδια τη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος και τον επεκτατισμό της ελεύθερης αγοράς. Όλες αυτές οι εξηγήσεις σηκώνουν συζήτηση και μπορούν να αμφισβητηθούν. Αλλά υπάρχει μια άλλη εξήγηση που δεν σηκώνει και πολύ αντίλογο. Ότι η κατάντια μας έχει μία μόνο αιτία που δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση.

Βρίσκεται στην άνευ όρων παραχώρηση των πολιτικών μας καθηκόντων σε επαγγελματίες πολιτικούς. Στο ότι οι πολίτες εμπιστεύθηκαν σε κάποιους το συμφέρον τους, και εκείνοι, όπως ήταν λογικό, έβαλαν το δικό τους συμφέρον πάνω από των πολιτών. Και αυτό δεν το βλέπει κανείς μόνο στην παραδοσιακή πολιτική, τη Βουλή και τα υπουργεία. Όπου συνέβη οι πολίτες να εμπιστευτούν τα πολιτικά τους καθήκοντα σε εκπροσώπους, η εμπιστοσύνη τους κλονίστηκε και οι θεσμοί αλλοτριώθηκαν. Την ίδια εικόνα διαφθοράς που βρίσκει κανείς στην πολιτική σκηνή, θα τη βρει και στα συνδικάτα, στους συνεταιρισμούς, στη Δικαιοσύνη, παντού.

Όλο και περισσότεροι άνθρωποι αρχίζουν να το αντιλαμβάνονται. Η αποχή από τις προηγούμενες εκλογές, που έφτασε στο 40% του εκλογικού σώματος, παρ’ όλο που καταδικάστηκε ως αδιαφορία, ήταν στην πραγματικότητα ένα πολύ αισιόδοξο μήνυμα της κοινωνίας. Διότι έδειξε ότι το παλιό σύστημα δεν μπορεί πια να καλύψει τις προσδοκίες ενός μεγάλου μέρους των πολιτών. Ότι το πρόβλημα με την σημερινή πολιτική δεν εντοπίζεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή κόμματα αλλά είναι η ίδια η εξουσία, όταν συγκεντρωθεί σε λίγα χέρια, που διαφθείρει. Ότι αυτό που ζούμε δεν είναι απλώς το τέλος της μεταπολίτευσης, όπως θέλουν κάποιοι να το παρουσιάζουν, αλλά το τέλος της πολιτικής που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα.

Και έτσι, αναπόφευκτα, ξεκινά μια νέα εποχή. Μια εποχή στην οποία οι άνθρωποι θα θελήσουν όλο και πιο ενεργό ρόλο στη λήψη αποφάσεων. Μια εποχή όπου οι πολίτες θα αναλάβουν οι ίδιοι να βελτιώσουν τις ζωές τους, δίχως να περιμένουν την παραδοσιακή γραφειοκρατία. Διότι καταλαβαίνουν, πλέον, ότι αν δεν αλλάξουν τα πράγματα, αν δεν δημιουργήσουμε τις συνθήκες για να έχουμε μια δημοκρατία πραγματική, άμεση και συμμετοχική, τότε, πολύ απλά, δεν θα έχουμε δημοκρατία.

Η νέα αυτή εποχή δεν είναι μακριά. Στην πραγματικότητα, έχει ήδη ξεκινήσει. Και εδώ στο Ρέθυμνο ακόμη. Μπορείς να τη δεις σε εγχειρήματα όπως το κίνημα χωρίς μεσάζοντες, που φέρνει πιο κοντά τον παραγωγό και τον καταναλωτή, εξασφαλίζοντας φθηνότερη και ποιοτική τροφή σε όσους τη χρειάζονται. Τη βλέπεις στο κοινωνικό ιατρείο, όπου πολίτες ανέλαβαν να προσφέρουν σε ανασφάλιστους συμπολίτες μας αυτό που δεν τους παρέχει το κράτος, την πρόσβαση στην υγεία. Σε αυτόνομες οργανώσεις όπως η «Ροδιά» και το «Κιβώτιο», σε ομάδες ανθρώπων που προσπαθούν, χωρίς κομματική ή άλλη υποστήριξη, να επιτελέσουν τον σκοπό τους βασισμένοι αποκλειστικά στις προσπάθειες των ανθρώπων που τις συγκροτούν.

Δεν είναι, βέβαια, τιτάνες όλοι αυτοί, ούτε πιο προικισμένοι. Είναι απλώς άνθρωποι που αντιλαμβάνονται ότι το κράτος, στη σημερινή του μορφή τουλάχιστον, της οικονομικής ολιγαρχίας, δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της κοινωνίας. Και έτσι, ανέλαβαν να τα αντιμετωπίσουν οι ίδιοι, με μοναδικό κίνητρο τους την αλληλεγγύη και ένα καλύτερο μέλλον.



Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Περί της πολιτικής οργάνωσης του αναρχικού χώρου

Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για την πολιτική οργάνωση του αναρχικού χώρου. Και όχι τυχαία. Αφενός, διότι, είναι πια σαφές πως ο αναρχικός χώρος είναι η μόνη εναλλακτική που δεν έχει πουληθεί στα οικονομικά συμφέροντα, που έχει ακόμα τη διάθεση να αντισταθεί, να συγκρουστεί και να ανατρέψει. Αφετέρου, φαίνεται ξεκάθαρα, και παρά τις ψευδαισθήσεις που τροφοδοτούν τα ΜΜΕ, πως η “κρίση” δεν είναι κάτι το προσωρινό αλλά μια νέα κατάσταση. Ζούμε σε μια ιστορική στιγμή, σε μια στροφή της ιστορίας προς τα πίσω. Η πτώση του τοίχους άφησε το καπιταλιστικό καθεστώς ελεύθερο να πράξει αυτό που μέχρι τα τέλη του ‘80 δίσταζε να κάνει λόγω της κομμουνιστικής απειλής. Αλλά το παραμύθι της σοσιαλδημοκρατίας τελείωσε και μαζί του όλα τα προνόμια που εξασφάλιζε στη μέση αστική τάξη η κοινωνική ειρήνη. Μπροστά μας ορθώνεται ένας λυσσαλέος καπιταλισμός, μια αγορά ελεύθερη να πατήσει επί πτωμάτων. Και μπροστά στο θηρίο δεν έχει μείνει κανένας άλλος να αντισταθεί παρά μόνο η Αναρχία. Ως πολιτικός χώρος αλλά κυρίως ως κοσμοθεωρία. Γιατί αυτό που λείπει σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι ένα όραμα, ένας άλλος δρόμος για την ανθρωπότητα.

Βέβαια, τα εμπόδια για την οργάνωση του χώρου είναι πολλά και διαφορετικής φύσεως. Το βασικότερο πρόβλημα είναι το πώς θα μπορέσουν να οργανωθούν χιλιάδες άνθρωποι χωρίς την ευκολία που προσφέρει ο συντονισμός μιας κεντρικής διοίκησης. Σίγουρα η ανάπτυξη της τεχνολογίας και δη του διαδικτύου προσφέρει ευκαιρίες συνεννόησης σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα απ’ ότι στο παρελθόν αλλά δεν επαρκεί. Η απάντηση θεωρώ ότι βρίσκετε στη δημιουργία περισσότερων αυτόνομων δομών. Αν και γίνονται προσπάθειες για την περαιτέρω ανάπτυξη τους, ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της «κρίσης», η προσπάθεια δεν έχει δώσει εντυπωσιακά αποτελέσματα. Και αυτό διότι μέχρι στιγμής βασίζεται κυρίως στην καλή θέληση μεμονωμένων ατόμων και όχι σε συλλογικές κινήσεις ολόκληρου του κινήματος. Και το ερώτημα είναι, πώς θα βρεθεί τρόπος για να δημιουργηθούν πιο γρήγορα και πιο εύκολα τέτοιες δομές; Όσο παράδοξο και αν ακούγεται, ίσως η λύση για την περαιτέρω δημιουργία τους αλλά και τη γενικότερη πολιτική οργάνωση του χώρου να είναι μια οικονομική ένωση των ανθρώπων του χώρου.

Η περίπτωση της πληρωμής εγγύησης για την απελευθέρωση του Κ. Σακκά και η όλη προσπάθεια να συγκεντρωθούν τα χρήματα με έκανε να σκεφτώ κάτι σχετικά απλό. Στην Ελλάδα υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονται ως αναρχικοί. Οι πιο ασφαλείς εκτιμήσεις μιλούν για πάνω από δέκα χιλιάδες ανθρώπους ενώ άλλες, πιο αισιόδοξες, για 40-50 χιλιάδες. Αν ο καθένας από εμάς μπορούσε να συνεισφέρει ένα πολύ χαμηλό ποσό, τα χρήματα για τη απελευθέρωση του Σακκά θα είχαν συγκεντρωθεί με σχετική ευκολία. (Η τακτική αυτή, όπου σημαντικά χρηματικά ποσά συγκεντρώνονται από την πολύ μικρή προσφορά πολλών ανθρώπων, είναι γνωστή ως “crowdfunding”. Αναπτύχθηκε αρκετά ως απάντηση στην οικονομική κρίση του ’08 και χρησιμοποιείται ήδη σε αρκετές περιπτώσεις για εγχειρήματα που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν από τις τράπεζες).

Βέβαια, στη πραγματικότητα, ένα τέτοιο εγχείρημα δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται, ιδιαίτερα αφού αποκλείστηκε να συμβεί κάτι τέτοιο μέσω του τραπεζικού συστήματος. Αυτό, όμως, που θα διευκόλυνε την διαδικασία συγκέντρωσης χρημάτων για αγωνιστικούς σκοπούς, αυτό που μέσα στον χώρο ονομάζεται γενικά οικονομική ενίσχυση, είναι η σύσταση ενός μηχανισμού που θα επιτρέψει τη συμμετοχή και τη συστράτευση περισσότερων ανθρώπων από όλη τη χώρα, και όχι μόνο, προς έναν κοινό σκοπό. Και δεν αναφέρομαι μόνο σε σκοπούς όπως αυτός της απελευθέρωσης του Κώστα Σακκά και άλλων πολιτικών κρατουμένων. Διότι, ενώ η οικονομική ενίσχυση έχει εν πολλοίς συνδεθεί με την κάλυψη εξόδων για συλληφθέντες και κρατούμενους, η ίδρυση ενός τέτοιου μηχανισμού δεν είναι απαραίτητο ότι θα περιοριστεί μόνο σε αυτά. Γιατί να μη μπορεί ο ίδιος αυτός μηχανισμός να χρησιμοποιηθεί για την προώθηση της αυτονομίας και της αυτό-οργάνωσης; Για την ίδρυση νέων δομών που θα προωθούν τους σκοπούς και τις ιδέες της Αναρχίας; Για καταστήματα, αγροτικές κολεκτίβες, σχολεία, ιατρεία, βιβλιοθήκες και ωδεία, εφημερίδες και εκδηλώσεις; Για τη στήριξη απεργιών και άλλων μορφών αγώνα;

Η σύσταση ενός τέτοιου μηχανισμού θα μπορούσε να βασιστεί στις ήδη υπάρχουσες δομές αυτό-οργάνωσης. Να υπάρξει δηλαδή μια άτυπη ένωση όλων των δομών ανά τη χώρα που προάγουν την αυτό-διαχείριση και την αυτονομία. Από τις καταλήψεις, τα σωματεία και τους κοινωνικούς χώρους, ως τα αυτό-διαχειριζόμενα καταστήματα, τις αγροτικές κολεκτίβες και τα κοινωνικά ιατρεία. Διότι ένα πρόβλημα που υπήρχε μέχρι σήμερα ήταν η δυσκολία του να ενισχύσει κανείς οικονομικά ένα εγχείρημα το οποίο δεν βρισκόταν στην πόλη του. Όμως εάν οι δομές αυτές, που βρίσκονται απλωμένες σε όλη τη χώρα, μπορούσαν με κάποιο τρόπο να επικοινωνήσουν μεταξύ τους και να συστρατευθούν ταυτόχρονα προς τον ίδιο σκοπό, τα εμπόδια θα μπορούσαν να ξεπεραστούν και τα οικονομικά μεγέθη να αλλάξουν άρδην. Και έτσι ένας αναρχικός από την Αθήνα θα μπορεί να συνδράμει στη δημιουργία ενός συνεργατικού καφενείου σε μια κωμόπολη της Πελοποννήσου ή ένας σύντροφος από το Ρέθυμνο να ενισχύσει οικονομικά τον αγώνα των απεργών σε ένα εργοστάσιο στη Μακεδονία.

Σκοπός της κάθε δομής εντός της ένωσης (ή του δικτύου αν προτιμάτε), είναι να αποτελέσει κέντρο συνάντησης όχι μόνο των εργαζόμενων σε αυτή, αλλά κάθε ατόμου σε εκείνον τον τόπο που επιθυμεί να στηρίξει την προώθηση της αυτό-οργάνωσης. Ένας χώρος όπου θα μπορεί να ακουστεί η άποψη και η φωνή κάθε ανθρώπου που πιστεύει στην ιδέα της αυτό-οργάνωσης. Να αποτελέσει έναν αυτόνομο πυρήνα πολιτικής οργάνωσης. Να προτείνει στο δίκτυο εγχειρήματα που θεωρεί ότι αξίζουν ή χρειάζονται να χρηματοδοτηθούν. Να συνδράμει με κάθε μέσο, υλικό ή μη, στις ανάγκες άλλων δομών. Να αποτελέσει, με λίγα λόγια την βάση της πολιτικής οργάνωσης του αναρχικού χώρου.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο βραχυπρόθεσμος στόχος της ίδρυσης ενός τέτοιου δικτύου είναι η ανάπτυξη περισσότερων δομών που θα προάγουν τη ιδέα της αυτό-οργάνωσης. Να πραγματοποιήσουμε, δηλαδή, αυτό που αποτελεί πια παραδοχή πολλών ανθρώπων του χώρου: ότι προτού να καταστρέψουμε το παλιό, πρέπει να ετοιμάσουμε το νέο. Να αντιπαραθέσουμε στο άρρωστο το υγιές. Την εργασία χωρίς ιεραρχία αντί για τη δουλεία, τις σχέσεις που θα βασίζονται στην αλληλεγγύη αντί για το κέρδος, τη συνεργασία αντί για το ανταγωνισμό. Μακροπρόθεσμα, όμως, ο στόχος μιας τέτοιας ένωσης είναι η περαιτέρω συσπείρωση των δομών που την αποτελούν σε σημείο που η κάθε δομή να αρχίσει να τροφοδοτεί την άλλη. Έτσι, μακροπρόθεσμα, ίσως επιτύχουν να απαγκιστρωθούν από την υπάρχουσα αγορά και να αποτελέσουν μια εναλλακτική οικονομία που θα βασίζεται εξ ολοκλήρου στην αλληλεγγύη, την δικαιοσύνη και  κυρίως, την προώθηση της αυτό-οργάνωσης. Θα μπορούσαν δηλαδή, κάτι που συμβαίνει ήδη σε αρκετές περιπτώσεις, οι αγροτικές κολεκτίβες να προμηθεύουν τα καταστήματα με τρόφιμα. Όμως και άλλα προϊόντα θα μπορούσαν να προέρχονται αποκλειστικά από δομές του δικτύου, είτε από υπάρχουσες είτε από δομές που θα δημιουργήσουν οι ανάγκες των άλλων δομών. Αν, π.χ τα συνεργατικά καφενεία χρειάζονται καφέ, θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα αυτό-διαχειριζόμενο καφεκοπτείο που να τα προμηθεύει. Αν χρειάζονται ψωμί, θα μπορούσε να προέρχεται από έναν αυτό-διαχειριζόμενο φούρνο. Ο φούρνος με τη σειρά του θα μπορούσε να προμηθεύεται το αλεύρι που χρειάζεται από κάποια αγροτική κολεκτίβα. Ένα ζυθοποιείο, που θα προμηθεύεται το κριθάρι του από κάποια άλλη αγροτική κολεκτίβα, θα μπορούσε να προμηθεύει τα καταστήματα με μπύρα, και ούτω κάθε εξής.

Προκειμένου, βέβαια να θέσουμε τις βάσεις για αυτό, είναι πολύ σημαντικό οι ανάγκες των δομών αυτών να τροφοδοτούν και να τροφοδοτούνται όσο το δυνατόν λιγότερο (από) το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα. Όποια μεταποιητική ενέργεια δύναται να πραγματοποιηθεί εντός των πλαισίων του δικτύου θα πρέπει να γίνεται εκεί. Εάν, δηλαδή, ένα αυτό-διαχειριζόμενο κατάστημα χρειάζεται καρέκλες προκειμένου να λειτουργήσει, ίσως να μη χρειάζεται το δίκτυο να αγοράσει τις καρέκλες από κάποιο κατάστημα αλλά να προμηθεύσει στους εργαζόμενους και διαχειριστές του καταστήματος με τα απαραίτητα υλικά ώστε να τις κατασκευάσουν μόνοι τους. Αλλά αυτά, όπως και πολλά παρόμοια, είναι τεχνικά ζητήματα που δεν μπορούν να βρουν απάντηση σε αυτό το κείμενο

Προβληματισμοί

Ένα πολύ σημαντικό ερώτημα είναι το τι θα συμβαίνει με τα κέρδη των καταστημάτων που έχουν χρηματοδοτηθεί από τον μηχανισμό οικονομικής ενίσχυσης. Ίσως να ήταν προς όφελος της ένωσης να υπάρχει κάποιο ποσοστό που θα επιστρέφει στο δίκτυο προκειμένου να χρηματοδοτηθούν άλλα εγχειρήματα. Ίσως θα μπορούσε να θεσπιστεί κάποιος κανονισμός στο καταστατικό του δικτύου για τις δομές που θα χορηγούνται από αυτόν. Αλλά επειδή μιλάμε για αυτό-διαχειριζόμενες δομές, είναι μάλλον προτιμότερο αυτό να αποφασίζεται από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Η δική μου ένσταση στο θέμα του κέρδους έγκειται στον σκοπό αυτών των δομών. Υποτίθεται πως προάγουν μια άλλη νοοτροπία, μια άλλη θεώρηση των πραγμάτων. Οπότε, κατά τη γνώμη μου, δεν θα πρέπει να απολαμβάνουν οι ίδιοι όλα τα κέρδη αλλά να χρηματοδοτούν με αυτά νέες δομές και εκδηλώσεις που θα προωθούν τη συλλογικότητα, τη συνεργασία και την αυτό-οργάνωση. Ειδάλλως, ρισκάρουμε να δημιουργήσουμε καινούργιους αστούς και μάλιστα στις πλάτες της αυτοδιαχείρισης και της Αναρχίας. Αλλά και πάλι, η απόφαση είναι στα χέρια των εργαζομένων. Όπως και να έχει, το θέμα των κερδών, όπως και πολλά άλλα (μερικά εκ των οποίων αναφέρονται παρακάτω), χρίζουν συζήτησης.

Ένα άλλο πρόβλημα είναι η ίδια η ιδέα της επιχειρηματικότητας. Να μη γελιόμαστε, μιλάμε για επιχειρηματικότητα εντός των πλαισίων του εξουσιαστικού/καπιταλιστικού συστήματος. Και εφόσον επιδιώξουμε την απρόσκοπτη λειτουργία των δομών αυτών, να ενεργήσουμε, δηλαδή, μέσα στα πλαίσια του νόμου, θα ενισχύσουμε το παρόν σύστημα, καταβάλλοντας φόρους και ασφαλιστικές εισφορές. Ελπίζω μόνο πως η ζημιά που θα του καταφέρουμε θα υπερισχύσει των κερδών. Όπως και να ‘χει, βέβαια, το σύστημα θα επιτρέψει ένα τέτοιο εγχείρημα μόνο όσο αυτό δεν του δημιουργεί προβλήματα. Να είστε σίγουροι πως όταν θα αισθανθεί απειλή θα προσπαθήσει να απαλλαχθεί απ’ αυτό, είτε δημιουργώντας προβλήματα στη λειτουργία των δομών είτε με διώξεις αγωνιστών. Οπότε θα πρέπει να προετοιμαστούμε για μια τέτοια σύγκρουση. Γι’ αυτό θεωρώ σημαντική την εξωστρέφεια κάθε δομής προς την κοινωνία. Είναι σημαντικό ο κόσμος να γνωρίσει αυτές τις δομές, τους στόχους και τις αρχές τους, για πολλούς λόγους που δεν χρειάζεται να αναλυθούν εδώ. Για να γίνει βέβαια αυτό, θα πρέπει να πάψει  να συμβαίνει αυτό που συνέβαινε ως τώρα, να απευθύνονται δηλαδή οι περισσότερες δομές σχεδόν αποκλειστικά σε ανθρώπους που ήδη ανήκουν στον χώρο. Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση.

Το εγχείρημα είναι εξαιρετικά δύσκολο. Και υπάρχουν ζητήματα που ίσως να αποκλείουν την επίτευξή του. Που θα συγκεντρώνονται τα χρήματα; Πώς θα μεταφέρονται; Που και πώς θα φυλάσσονται; Ποιος θα τα διαχειρίζεται; Ποιος θα αποφασίζει ποια εγχειρήματα θα χρηματοδοτούνται; Πώς θα επιλέγονται τα εγχειρήματα που θα χρηματοδοτούνται; Στις ομάδες που θα αναλαμβάνουν να διεκπεραιώσουν ένα εγχείρημα, θα δίνονται χρήματα ή υλικά; Πώς θα βοηθήσουμε μεμονωμένα άτομα, που δεν αποτελούν μέρος μιας παρέας αλλά εντούτοις ενδιαφέρονται να εργαστούν σε καθεστώς αυτοδιαχείρισης, να βρεθούν και να ενωθούν; Όλα αυτά είναι ερωτήματα που χρειάζονται διερεύνηση. Όμως είμαστε χιλιάδες και πιστεύω ότι οι λύσεις θα βρεθούν.

Σίγουρα υπάρχουν επιφυλάξεις. Στο κάτω-κάτω, μιλάμε για διαχείριση χρημάτων. Και, ως γνωστόν, το χρήμα διαφθείρει. Αλλά αυτό κάνει το εγχείρημα ακόμη πιο γοητευτικό στα δικά μου μάτια. Γιατί θα έχουμε μια μεγάλη ευκαιρία να δούμε αν αυτό που κηρύττουμε, αυτό που πιστεύουμε και αυτό για το οποίο αγωνιζόμαστε έχει όντως νόημα. Γιατί αν ένα τέτοιο εγχείρημα επιτύχει, θα διαλύσει κάθε επιχείρημα περί ανέφικτου. Αλλά ακόμα και αν αποτύχει, θα είναι ένα πολύτιμο μάθημα για να γνωρίζουμε πως πρέπει να πορευτούμε στο μέλλον και τι πραγματικά μπορούμε να διεκδικήσουμε.

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

No pasaran

Την ώρα που η κοινωνία διαπραγματευόταν το αν ο ναζισμός αποτελεί ή όχι απειλή, ένας 34χρονος έπεφτε νεκρός από το μαχαίρι ενός οπαδού του Χίτλερ. Η επίθεση εναντίον του ΚΚΕ μερικές ημέρες πριν έδειχνε ότι η Χρυσή Αυγή ξεκινάει μια νέα εκστρατεία. Ότι μετά τους μετανάστες, σειρά έχει η Αριστερά. Και έτσι ακριβώς συνέβη. Σκότωσαν έναν νέο γιατί αγωνιζόταν για έναν κόσμο πιο δίκαιο. Και ξάφνου, όλοι έπεσαν από τα σύννεφα. Διότι αποκαλύφθηκε ότι αυτοί οι τύποι που χαιρετιούνται ναζιστικά, που ντύνονται ναζιστικά και ουρλιάζουν ναζιστικα, είναι τελικά ναζί. Και τώρα, που έγινε γνωστό, το κράτος υπόσχεται ότι θα αντιμετωπίσει, επιτέλους, τη Χ.Α. Πρώτο της μέτρο ήταν η φύλαξη των γραφείων του ναζιστικού κόμματος σε όλη τη χώρα, καθώς πολιορκούνταν από αντιφασίστες. Προστατεύουν, δηλαδή, τον υποτιθέμενο «εχθρό», με τα ΜΑΤ, το ίδιο σώμα που προστατεύει καθημερινά και τους ίδιους εδώ και 3 χρόνια.
Προσωπικά, πάντως, θα προτιμούσα να μην κάνει απολύτως τίποτα το κράτος για να βάλει φρένο στη Χ.Α. Αρκετά έκανε μέχρι τώρα. Άφησε ολόκληρες γειτονιές της Αθήνας να μετατραπούν σε γκέτο εξαθλιωμένων μεταναστών, προσφέροντας στον φασισμό τις ιδανικές συνθήκες που χρειαζόταν για να αναπτυχθεί. Άφησε εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες να γίνουν έρμαιο της εκμετάλλευσης κάθε λογής αφεντικού. Αλλά το χειρότερο είναι πως, όσο και αν κατηγορεί τα γιαουρτώματα και τις επιθέσεις πολιτών εναντίον πολιτικών για την άνοδο του φασισμού και της βίας, στην πραγματικότητα, το κράτος είναι ο κύριος υπεύθυνος για την ανάπτυξη και του φασισμού και της βίας. Διότι, επί τρία χρόνια, προέταξε τη βία ως την μοναδική λύση για να αντιμετωπίζεται ένα πρόβλημα. Κάθε φορά, αντί για τον διάλογο, επιστράτευε τα ΜΑΤ, τα γκλόμπ και τα δακρυγόνα. Οπότε, αν θέλει όντως να κάνει κάτι το κράτος για να αναχαιτισθεί ο φασισμός, ας πάψει πρώτα το ίδιο να φέρεται φασιστικά.
Όπως και να ‘χει, η κοινωνία δεν πρέπει και δεν μπορεί να περιμένει το κράτος για να αντιμετωπιστεί ο φασισμός. Είναι ευθύνη της ίδιας της κοινωνίας να αποβάλλει από πάνω της τέτοιου είδους μορφώματα, να θέσει όρια για το τι ανέχεται και τι όχι. Διότι αν συνεχίσει ο αντιφασιστικός αγώνας να είναι υπόθεση μονάχα των αναρχικών και της αριστεράς, τότε κινδυνεύει να εμφανιστεί στις τηλεοράσεις ως ένας «πόλεμος συμμοριών», μια «μάχη των άκρων». Και δεν υπάρχει τίποτα που να ήθελε πιο πολύ μια κυβέρνηση, που πρέπει να περάσει και άλλα μέτρα λιτότητας, από μια «κατάσταση συναγερμού». Μια κατάσταση «έκτακτου ανάγκης» που θα επιτρέψει και την καταστολή εκτάκτου ανάγκης. Προς όλους.
Γι’ αυτό είναι σημαντικό η αντιφασιστική μάχη να συμπεριλάβει ολόκληρη την κοινωνία. Είναι σημαντικό ο καθένας μας από εδώ και εμπρός να δείξει εμπράκτως ότι δεν μπορεί και δεν πρέπει να ανεχθεί τον φασισμό. Τον ξέρουμε, οι παππούδες μας τον βίωσαν στο πετσί τους. Και εμείς, δεκαετίες αργότερα, ακόμα τρομάζουμε με τις εικόνες που είδαμε και τις ιστορίες που ακούσαμε. Για το Δίστομο, τα Καλάβρυτα, τη Βιάννο και τα Ανώγεια. Δεν είναι, λοιπόν, προς διαπραγμάτευση, ο ναζισμός τελείωσε. Πέθανε το 1945 μαζί με τον Χίτλερ. Είναι ένα κομμάτι της ιστορίας, ιδιαίτερα σκοτεινό, και μόνο εκεί έχει θέση. Και αν κάποιος νοσταλγεί εκείνες τις ημέρες, όπου η θηριωδία έγινε καθημερινότητα, θα πρέπει να βρει όλους εμάς απέναντι του.
Όπως φώναζαν και τα παιδιά στο δρόμο την Τετάρτη: «τη Βιάννο και τα Ανώγεια τα κάψαν οι ναζί, φασίστες δεν χωράνε σε τούτο το νησί». Ούτε και πουθενά αλλού."